διαποίκιλος

διαποίκῐλος, ον,
A variegated, Hp.Coac.603;

ἄκανθα δ. τὴν χρόαν Arist.Fr.269

;

δ. ῥάβδοις

striated,

Id.HA525a12

;

δ. ψῆφοι Str.5.2.6

.
2 metaph.,

ἀοιδά Lyr.Alex.Adesp.20.6

.
II of persons, clad in embroidered robes, Luc.Nec.12.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαποίκιλος — variegated masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαποίκιλον — διαποίκιλος variegated masc/fem acc sg διαποίκιλος variegated neut nom/voc/acc sg διαποίκῑλον , διαποικίλλω variegate aor imperat act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαποικίλοις — διαποίκιλος variegated masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαποικίλους — διαποίκιλος variegated masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαποίκιλα — διαποίκιλος variegated neut nom/voc/acc pl διαποίκῑλα , διαποικίλλω variegate aor ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ORIENS — in veteri historia pro Asiae parte, quae nobis versus Orientem est, forte Parthia, Assyria et Armenia maior. Vide quoque in voce Occidens. Hinc omnia divina et humana Graecos accepisse, unde et vocum plurimarum origines non aliunde arcessendae,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ποικίλος — η, ο / ποικίλος, η, ον, ΝΜΑ αυτός που εμφανίζει πολλές και διαφορετικές μορφές, που είναι διαφόρων ειδών, ο πολύμορφος 2. αυτός που έχει διαφόρων ειδών χρώματα, ο ποικιλόχρωμος, κατάστικτος (α. «ποικίλοι χρωματισμοί» β. «ἡ μὲν... σμύραινα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.